Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

Το μαγικό πετράδι


Οι λευκές κουρτίνες του δωματίου δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τις ακτίνες του ήλιου που με ευκολία διαπερνούσαν το λεπτό πανί. Με το πρώτο φως, η Σμαράγδα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τη μητέρα της να κοιμάται δίπλα της , σχεδόν ακουμπισμένη στο πάτωμα.
«Μαμά;» Η φωνή της Σμαράγδας λειτουργούσε πάντα σαν το γλυκό ξυπνητήρι. Αυτόματα η μητέρα της , άνοιξε τα μάτια.
«Καλημέρα μικρή μου! Μην ξυπνάς από τώρα! Δεν θες να χουζουρέψεις λίγο παραπάνω;» είπε , ενώ με το ένα χέρι προσπαθούσε να τυλίξει όσο πιο καλά μπορούσε τη Σμαράγδα στο μικρό της πάπλωμα.
«Όχι! Μου είπε χθες ο μπαμπάς ότι θα πάμε να δούμε τον Αι  Βασίλη, να βγάλουμε φωτογραφίες και να πάρουμε δώρα! Πρέπει να σηκωθώ!» Η Σμαράγδα τράβηξε τα παπλώματα και άρχισε να κουνάει πάνω κάτω τα λεπτά της ποδαράκια. «Φώναξέ τον να έρθει να ετοιμαστούμε!» ζήτησε επιτακτικά.
Η μητέρα της κοίταξε το  παιδικό ρολόι που ήταν τοποθετημένο πάνω από την πόρτα. Ήταν πολύ νωρίς.
«Καλή μου, ο μπαμπάς δεν είναι εδώ, κι όταν έρθει θα είναι κουρασμένος  , δεν μπορεί να σε πάει βόλτα ακόμη!» αποκρίθηκε η μητέρα προσπαθώντας να ξανασκεπάσει τη μικρή.
«Μα αφού μου το υποσχέθηκε! Γιατί δεν μπορεί;» μια έκφραση απογοήτευσης σχηματίστηκε στο πρόσωπό της και τα μάτια της άρχισαν να υγραίνονται.
Η μητέρα σκαρφάλωσε στο κρεβάτι και πήρε την κόρη της αγκαλιά.   «Ο μπαμπάς δεν μπορεί αγάπη μου , γιατί είναι στη δουλειά! Έλα να σου κάνω πρωινό και να τον περιμένουμε! Θα πιούμε το γάλα μας δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο! Τι λες 
«Όχι! Μου είπε πως όταν ξυπνήσω θα είναι εδώ! Που είναι ο μπαμπάς!» Η Σμαράγδα δεν κατέθετε εύκολα τα όπλα.
 Η μητέρα της έριξε ξανά μια κλεφτή ματιά στο ρολόι του τοίχου. Το στρογγυλό πλαίσιο απεικόνιζε την Wonder Woman, την αγαπημένη ηρωίδα της Σμαράγδας,  σε θέση μάχης..
 «Μικρή μου, αφού επιμένεις τόσο , νομίζω πως πρέπει να σου πω την αλήθεια! Υπάρχει λόγος που δεν μπορεί ο μπαμπάς να είναι εδώ συνέχεια μαζί μας και λέει ότι είναι στη δουλειά! Υπάρχει λόγος που πολλές φορές λείπει τα βράδια, ή μέρες ολόκληρες, και που δεν έρχεται πίσω στην ώρα του! Που έχουμε κάνει πολλές φορές γιορτές χωρίς αυτόν και που τον ακούμε μόνο από το τηλέφωνο!»
Στο άκουσμα της μητέρας της η Σμαράγδα γούρλωσε τα μάτια και μαζεύτηκε.  «Τι λόγος;;;»
 «Ο μπαμπάς μικρή μου… είναι Σούπερ ήρωας!» είπε η μητέρα , όσο πιο σοβαρά μπορούσε, και συνέχισε. «Ναι , ο μπαμπάς είναι σούπερ ήρωας , και τα βράδια μας προστατεύει και πολεμάει τους κακούς!»
 Η Σμαράγδα γέμισε χίλιες απορίες. «Σουπερήρωας; Δηλαδή έχει δυνάμεις; Φοράει και μάσκα; Και πως τον λένε;»
«Αν έχει μάσκα; Και  μάσκα και μπέρτα και απ’ όλα! Τον λένε.. Φλόγα! Ανθρώπινη Φλόγα, ναι, έτσι τον λένε.  Και να ξέρεις μικρή μου, ο μπαμπάς είναι πολύ δυνατός! Απλά, όπως όλοι οι σουπερήρωες , δεν μπορεί να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Γι’ αυτό δεν σου το είχε πει ως τώρα! Και εσύ πρέπει να το κρατήσεις μυστικό και να μην το πεις πουθενά, παρά μόνο σε αυτόν αν θες! Και να μην στεναχωριέσαι τόσο όταν λείπει , κι όταν έρχεται να τον αγκαλιάζεις και να του μιλάς όμορφα! » Η Σμαράγδα ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και κάθισε απέναντι από τη μητέρα της  σαν να μην ήθελε να χάσει ούτε λέξη από αυτά που άκουγε.  
«Και ποια είναι η δύναμή του;» ρώτησε.
«Η δύναμή του αγάπη μου, κρύβεται σε ένα μικρό μαγικό πετράδι που το έχει βαθιά κρυμμένο, στη θέση της καρδιάς!» Χωρίς να το καταλάβει η μητέρα πήρε το χέρι της κόρης της και το ακούμπησε στο στήθος της μικρής. « Όλη του η ενέργεια πηγάζει από αυτό! Και τον κάνει πολύ δυνατό, τόσο ώστε να μπορεί να αντέξει τα πάντα!»
 «Αλήθεια;; Και ποιους κακούς πολεμάει ο μπαμπάς;»
«Πολεμάει έναν κακό μάγο που θέλει να κλέψει τα πετράδια από τις καρδιές των σουπερηρώων! Επειδή δεν έχει δικό του πετράδι στην καρδιά, ζηλεύει, και θέλει να αποκτήσει ένα πάση θυσία. Αλλά ξέρεις τι; Ποτέ δεν τα καταφέρνει! Γιατί πάντα οι σουπερήρωες τον νικούν!»
Η μικρή Σμαράγδα είχε ενθουσιαστεί. «Υπάρχουν κι άλλοι σουπερήρωες;»
«Φυσικά και υπάρχουν! Και ο καθένας  από αυτούς, έχει στην θέση της καρδιάς του ένα πετράδι που του δίνει δύναμη, σε άλλο σχήμα και χρώμα κάθε φορά! Και είναι φίλοι, και παλεύουν όλοι μαζί πολλές φορές! Και όσο πιο πολλοί είναι, τόσο πιο δυνατοί γίνονται και τα πετράδια στην καρδιά τους λάμπουν ακόμη πιο δυνατά! Έχεις γνωρίσει μάλιστα κάποιους από αυτούς, σε κάποιες γιορτές που πηγαίναμε, θυμάσαι;»
 Η Σμαράγδα απάντησε χωρίς καλά-καλά να πάρει ανάσα. «Θυμάμαι! Μας είχαν αφήσει με τα άλλα παιδάκια και παίζαμε κι αυτοί μιλούσαν μεταξύ τους όλοι μαζί! Αλλά δεν είδα τα δικά τους πετράδια!» φώναξε σχεδόν η Σμαράγδα.
«Είπαμε, όπως και ο μπαμπάς, ο κάθε σουπερήρωας έχει το δικό του πετράδι, αλλά  καλά κρυμμένο, για να το προστατεύει.»
«Και που το βρήκε; Το είχε πάντα;» οι απορίες της Σμαράγδας δεν σταματούσαν.
«Όχι αγάπη μου, δεν το είχε πάντα. Μπήκε ξαφνικά στην καρδιά του πριν εφτά χρόνια! Και του έδωσε όλη τη δύναμη και τη χαρά του κόσμου!» η μητέρα κοιτούσε πλέον τη Σμαράγδα με μάτια θολά.
«Μαμά, κι  εγώ γεννήθηκα πριν εφτά χρόνια!» φώναξε όλο χαρά.
«Ναι κοριτσάκι μου , κι εσύ..» Ο ήχος της πόρτας του σπιτιού που άνοιξε την έβγαλε από τη σκέψη της. «Πήγαινε τώρα να πεις καλά Χριστούγεννα στον αγαπημένο σου ήρωα!»
 Η Σμαράγδα δεν κουνήθηκε , παρά έβαλε ένα δάχτυλο στο κεφάλι σαν να σκέφτεται, και  απάντησε χαμογελώντας : «Μμμ… καλά Χριστούγεννα μαμά!».

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Σαββατόβραδο



Aν και Σαββατόβραδο δεν κυκλοφορούσε πολύς κόσμος στους δρόμους. Η κίνηση ήταν πεσμένη, και οι οδηγοί των Ταξί  της Αθήνας ήδη δημιουργούσαν μια τεράστια κίτρινη ουρά περιμένοντας στην πιάτσα της οδού Πειραιώς να σχολάσουν τα νυχτομάγαζα.
«Bαρετά πάλι απόψε..» Είπε ο κυρ Στέλιος στον συνάδελφό του, στρίβοντας περίτεχνα ακόμα ένα τσιγάρο. «Χειμώνιασε και κλειδώνονται  στα σπίτια τους.»
«Γυρεύεις κουβέντες  μου φαίνεται. Λες και έχουν πλέον πετρέλαιο να ζεσταθούν! Άντε να δούμε τι θα βγει και απόψε, χθες δεν βγάλαμε ούτε τα τσιγάρα μας.»Απάντησε ο νεότερος  οδηγός προσπαθώντας να χωθεί ακόμη πιο βαθιά στο στενό δερμάτινο μπουφάν του.
«Δεν βλέπω προκοπή . Πάω να κάνω καμιά βόλτα τριγύρω, μπορεί να σταθώ πιο τυχερός..»
Έκατσε στη θέση του, και γύρισε το κλειδί της μίζας. Ένοιωσε τον ίδιο πόνο όπως πάντα, που είχε από χρόνια φύγει από την πλάτη ,για να εγκατασταθεί μόνιμα στη μέση του. Ζούσε με τους «ταριφόπονους» όπως τους έλεγαν οι ταξιτζήδες . Οδηγούσαν ατελείωτες ώρες καθημερινά, για χρόνια, αποκτώντας  πολλά σωματικά προβλήματα.
Η θερμότητα  που έβγαινε από τις γρίλιες του ταμπλό τον ζέσταινε και του δημιουργούσε τύψεις συγχρόνως. Δεν ήθελε να σκέφτεται ότι εκείνος  απολαμβάνει τη ζεστασιά και  την ίδια στιγμή στο σπίτι η οικογένειά του να παλεύει με τις τρύπιες κουβέρτες , σχεδόν βρεγμένες από την υγρασία. 
Θυμήθηκε για λίγο τα πρόσωπά τους και αναθάρρεψε. Την γυναίκα, την κόρη του και την εγγονή του. «Οι γυναίκες του» τις αποκαλούσε. Η ελπίδα, και η δύναμή του. Γρήγορα όμως βγήκε από τις σκέψεις του.
Ίσα που πρόλαβε να δει το υψωμένο χέρι ενός  άνδρα στην άκρη του πεζοδρομίου. Τυλιγμένο σε ένα μάλλον ακριβό δερμάτινο γάντι, του έκανε νόημα να σταματήσει .
«Καλώς το παλικάρι.» Απευθύνθηκε κατεβάζοντας τη σημαία που έγραφε «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» στο ταμπλό. «Που πάμε?»
«Λιόσια. Απάντησε εκείνος πιο ψυχρά κι από την θερμοκρασία που επικρατούσε έξω. Άνοιξε την πίσω δεξιά πόρτα και μπήκε στο αυτοκίνητο. Ο Κυρ Στέλιος υπάκουσε με ένα νεύμα μόνο και πάτησε μαλακά το γκάζι. Ειδικά αυτές τις μέρες απέφευγε τις διαδρομές σε «επικίνδυνες» περιοχές, αλλά τώρα χρειαζόταν τα χρήματα και αφού δεν είχε κίνηση θα ξεμπέρδευε γρήγορα.
Μπήκε στην Πέτρου Ράλλη, δεν  ήταν ο πιο σύντομος δρόμος για να καταλήξει στην Εθνική Οδό αλλά επέτρεπε που και που κάποιες τέτοιες μικρές «παρανομίες» στο εαυτό του. Το πρώτο φανάρι που συνάντησαν ήταν  κόκκινο. Για μια στιγμή κοίταξε τον παράξενο επιβάτη του από τον κεντρικό καθρέφτη και παρατήρησε ότι τον κοιτούσε.
Νόμιζε πως τον κατάλαβε πως έκανε παράκαμψη, και θέλησε να το διαπιστώσει.
«Ξαναπέρασα από εδώ πριν λίγο. Είπε σαν να απολογείται. «Σε λίγη ώρα θα πήζει το κέντρο από την κίνηση, και θα μπλέκαμε!»
«Όλη μέρα στο δρόμο ε? Πως πήγε σήμερα είχε δουλειά?» απάντησε ο άνδρας με χαμόγελο αφήνοντας για λίγο έκπληκτο τον Κυρ Στέλιο, που τον είδε να γέρνει  με ενδιαφέρον το σώμα του προς το κάθισμα του οδηγού.
 «Πλάκα μου κάνεις φιλαράκι… Τι δουλειά! Τις τελευταίες μέρες  δεν βγάζουμε καν τα έξοδά μας.» Το αυτοκίνητο είχε βγει ήδη στην Εθνική.
 «Ριμαδοδουλειά! Ο κόσμος πια είτε δεν βγαίνει, είτε παίρνει τρένα και λεωφορεία. Και τι να βγάλεις.. Εγώ οδηγός είμαι. Για το μεροκάματο πάω και αυτό κουτσουρεμένο. Αλλά δεν με νοιάζει για μένα..» Προσπέρασε χωρίς να έχει διάθεση να ανάψει φλας ένα άλλο αυτοκίνητο, μπαίνοντας στην αριστερή λωρίδα.
«Σύζυγος ή ερωμένη μάστορα? »  Είπε ο επιβάτης βάζοντας το δεξί χέρι στην τσέπη. Τα δάχτυλα του περιεργάστηκαν τον φθηνό χαρτοκόπτη που θα χρησιμοποιούσε σε λίγο. Με τον αντίχειρά έβγαλε την ασφάλεια και έσπρωξε τη κοφτερή λεπίδα. Δυο μόλις πόντοι αρκούσαν.
«Τίποτα τέτοιο. Εγγονή. Χωρίς πατέρα. Καρκίνος. Μόλις στα εφτά της… Ο Θεός μάλλον θέλει τους αγγέλους κοντά του.» αποκρίθηκε ο Κυρ Στέλιος με το βλέμμα του να κοιτάει στο άπειρο. Ο παράξενος άντρας δεν μίλησε, παρά κόλλησε την πλάτη του στο πίσω κάθισμα. Η λεπίδα ξαναμπήκε στη θέση της. Δεν θα τον λήστευε. Όχι αυτόν. Όχι απόψε.
«Υπομονή. Βγες στην επόμενη έξοδο και σταμάτα.» είπε ρηχά. «Πώς; Μα δεν φτάσαμε!» Διαμαρτυρήθηκε ο οδηγός.
«Φίλε μου άλλαξα γνώμη. Βγες Μεταμόρφωση. Χαχα! Μεταμόρφωση..!! Τί οφείλω?»
«Χαλάλι! Δώδεκα ευρώ είναι .» Ο κυρ Στέλιος έκανε να πιάσε τον κερματοδέκτη του να δώσει ρέστα,  αλλά ο επιβάτης τον πρόλαβε. Έβγαλε και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα των εκατό  ευρώ λέγοντας:
«Ψώνισε κάτι στη μικρή από μένα. Και περαστικά.»  Ο Κυρ Στέλιος δεν το πίστευε. «Μάλλον είναι η τυχερή μου μέρα!»