Aν
και Σαββατόβραδο δεν κυκλοφορούσε πολύς κόσμος στους δρόμους. Η κίνηση ήταν
πεσμένη, και οι οδηγοί των Ταξί της
Αθήνας ήδη δημιουργούσαν μια τεράστια κίτρινη ουρά περιμένοντας στην πιάτσα της
οδού Πειραιώς να σχολάσουν τα νυχτομάγαζα.
«Bαρετά πάλι απόψε..» Είπε ο
κυρ Στέλιος στον συνάδελφό του, στρίβοντας περίτεχνα ακόμα ένα τσιγάρο.
«Χειμώνιασε και κλειδώνονται στα σπίτια
τους.»
«Γυρεύεις κουβέντες μου φαίνεται. Λες και έχουν πλέον πετρέλαιο
να ζεσταθούν! Άντε να δούμε τι θα βγει και απόψε, χθες δεν βγάλαμε ούτε τα
τσιγάρα μας.»Απάντησε ο νεότερος οδηγός
προσπαθώντας να χωθεί ακόμη πιο βαθιά στο στενό δερμάτινο μπουφάν του.
«Δεν βλέπω προκοπή . Πάω να
κάνω καμιά βόλτα τριγύρω, μπορεί να σταθώ πιο τυχερός..»
Έκατσε στη θέση του, και γύρισε
το κλειδί της μίζας. Ένοιωσε τον ίδιο πόνο όπως πάντα, που είχε από χρόνια
φύγει από την πλάτη ,για να εγκατασταθεί μόνιμα στη μέση του. Ζούσε με τους «ταριφόπονους» όπως
τους έλεγαν οι ταξιτζήδες . Οδηγούσαν ατελείωτες ώρες καθημερινά, για χρόνια,
αποκτώντας πολλά σωματικά προβλήματα.
Η θερμότητα που έβγαινε από τις γρίλιες του ταμπλό τον
ζέσταινε και του δημιουργούσε τύψεις συγχρόνως. Δεν ήθελε να σκέφτεται ότι
εκείνος απολαμβάνει τη ζεστασιά και την ίδια στιγμή στο σπίτι η οικογένειά του να
παλεύει με τις τρύπιες κουβέρτες , σχεδόν βρεγμένες από την υγρασία.
Θυμήθηκε για λίγο τα πρόσωπά
τους και αναθάρρεψε. Την γυναίκα, την κόρη του και την εγγονή του. «Οι γυναίκες
του» τις αποκαλούσε. Η ελπίδα, και η δύναμή του. Γρήγορα όμως βγήκε από τις
σκέψεις του.
Ίσα που πρόλαβε να δει το
υψωμένο χέρι ενός άνδρα στην άκρη του
πεζοδρομίου. Τυλιγμένο σε ένα μάλλον ακριβό δερμάτινο γάντι, του έκανε νόημα να
σταματήσει .
«Καλώς το παλικάρι.»
Απευθύνθηκε κατεβάζοντας τη σημαία που έγραφε «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» στο ταμπλό. «Που
πάμε?»
«Λιόσια. Απάντησε εκείνος πιο
ψυχρά κι από την θερμοκρασία που επικρατούσε έξω. Άνοιξε την πίσω δεξιά πόρτα
και μπήκε στο αυτοκίνητο. Ο Κυρ Στέλιος υπάκουσε με ένα νεύμα μόνο και πάτησε
μαλακά το γκάζι. Ειδικά αυτές τις μέρες απέφευγε τις διαδρομές σε «επικίνδυνες»
περιοχές, αλλά τώρα χρειαζόταν τα χρήματα και αφού δεν είχε κίνηση θα
ξεμπέρδευε γρήγορα.
Μπήκε στην Πέτρου Ράλλη,
δεν ήταν ο πιο σύντομος δρόμος για να
καταλήξει στην Εθνική Οδό αλλά επέτρεπε που και που κάποιες τέτοιες μικρές
«παρανομίες» στο εαυτό του. Το πρώτο φανάρι που συνάντησαν ήταν κόκκινο. Για μια στιγμή κοίταξε τον παράξενο
επιβάτη του από τον κεντρικό καθρέφτη και παρατήρησε ότι τον κοιτούσε.
Νόμιζε πως τον κατάλαβε πως
έκανε παράκαμψη, και θέλησε να το διαπιστώσει.
«Ξαναπέρασα από εδώ πριν λίγο.
Είπε σαν να απολογείται. «Σε λίγη ώρα θα πήζει το κέντρο από την κίνηση, και θα
μπλέκαμε!»
«Όλη μέρα στο δρόμο ε? Πως πήγε
σήμερα είχε δουλειά?» απάντησε ο άνδρας με χαμόγελο αφήνοντας για λίγο έκπληκτο
τον Κυρ Στέλιο, που τον είδε να γέρνει
με ενδιαφέρον το σώμα του προς το κάθισμα του οδηγού.
«Πλάκα μου κάνεις φιλαράκι… Τι δουλειά! Τις τελευταίες μέρες δεν βγάζουμε καν τα έξοδά μας.» Το αυτοκίνητο
είχε βγει ήδη στην Εθνική.
«Ριμαδοδουλειά! Ο κόσμος πια είτε δεν βγαίνει, είτε παίρνει τρένα
και λεωφορεία. Και τι να βγάλεις.. Εγώ οδηγός είμαι. Για το μεροκάματο πάω και
αυτό κουτσουρεμένο. Αλλά δεν με νοιάζει για μένα..» Προσπέρασε χωρίς να έχει
διάθεση να ανάψει φλας ένα άλλο αυτοκίνητο, μπαίνοντας στην αριστερή λωρίδα.
«Σύζυγος ή ερωμένη μάστορα? » Είπε ο επιβάτης βάζοντας το δεξί χέρι στην
τσέπη. Τα δάχτυλα του περιεργάστηκαν τον φθηνό χαρτοκόπτη που θα χρησιμοποιούσε
σε λίγο. Με τον αντίχειρά έβγαλε την ασφάλεια και έσπρωξε τη κοφτερή λεπίδα.
Δυο μόλις πόντοι αρκούσαν.
«Τίποτα τέτοιο. Εγγονή. Χωρίς
πατέρα. Καρκίνος. Μόλις στα εφτά της… Ο Θεός μάλλον θέλει τους αγγέλους κοντά
του.» αποκρίθηκε ο Κυρ Στέλιος με το βλέμμα του να κοιτάει στο άπειρο. Ο παράξενος
άντρας δεν μίλησε, παρά κόλλησε την πλάτη του στο πίσω κάθισμα. Η λεπίδα
ξαναμπήκε στη θέση της. Δεν θα τον λήστευε. Όχι αυτόν. Όχι απόψε.
«Υπομονή. Βγες στην επόμενη
έξοδο και σταμάτα.» είπε ρηχά. «Πώς; Μα δεν φτάσαμε!» Διαμαρτυρήθηκε ο οδηγός.
«Φίλε μου άλλαξα γνώμη. Βγες
Μεταμόρφωση. Χαχα! Μεταμόρφωση..!! Τί οφείλω?»
«Χαλάλι! Δώδεκα ευρώ είναι .» Ο
κυρ Στέλιος έκανε να πιάσε τον κερματοδέκτη του να δώσει ρέστα, αλλά ο επιβάτης τον πρόλαβε. Έβγαλε και του
έδωσε ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ
λέγοντας:
«Ψώνισε κάτι
στη μικρή από μένα. Και περαστικά.» Ο
Κυρ Στέλιος δεν το πίστευε. «Μάλλον είναι η τυχερή μου μέρα!»