Η θύρα του συρμού άνοιξε βγάζοντας έναν μακρόσυρτο ήχο αποσυμπίεσης. Οι δεκάδες κόσμου που περίμεναν μπροστά στο βαγόνι όρμησαν βιαστικά να μπουν για να προλάβουν κάποια ελεύθερη θέση, πράγμα πολύ σπάνιο για τόσο νωρίς το πρωί..
Αφού η επιβίβαση
ολοκληρώθηκε ακούστηκε ο βομβητής που
ειδοποιούσε για την αναχώρηση. Ο οδηγός, έριξε μια κλεφτή ματιά από το παράθυρο
του , κι αφού είδε ότι μπορούσε να αποχωρήσει με ασφάλεια, πάτησε ένα κόκκινο
κουμπί για να κλείσουν οι πόρτες, έσπρωξε ελαφρά έναν γκρι ηλεκτρικό λεβιέ και
ο συρμός άρχισε να γλιστρά ομαλά αλλά και με δύναμη πάνω στις ασημένιες ράγες.
O ρακένδυτος άνδρας με τα μαύρα γυαλιά, τη ναυτική τραγιάσκα και
το λευκό μπαστούνι, μόλις που πρόλαβε να περάσει από την συρόμενη θύρα πριν
ακουστεί η τελευταία ειδοποίηση. Την ίδια στιγμή που μια γλυκιά γυναικεία φωνή
ανήγγειλε την επόμενη στάση,
εκείνος προσπαθούσε να ισορροπήσει
ανάμεσα από δύο στύλους. Πέρασε το λουρί του μπαστουνιού στον καρπό του δεξιού
του χεριού ώστε να μπορεί να κρατηθεί, και με το αριστερό του έβγαλε την
τραγιάσκα και την έτεινε προς μια αόριστη κατεύθυνση . Προσπάθησε να μιλήσει
αλλά δεν κατάφερε να αρθρώσει ούτε μια λέξη.
«Δεν τους βλέπεις, άρα δεν σε
βλέπουνε..» Υπενθύμισε στον εαυτό του. Κανένα αποτέλεσμα. Επανέλαβε πολλές
φορές τη φράση στη σκέψη του, σαν
πρωτάρης ηθοποιός που φοβάται μη ξεχάσει τις ατάκες του. Κούνησε λίγο το
κεφάλι του προσπαθώντας να χαλαρώσει, με αποτέλεσμα να εντοπίσει μια πολύ
γοητευτική μυρωδιά κάποιας γυναίκας που σίγουρα που βρισκόταν κοντά του. Ήταν αρκετό για να του αλλάξει τη διάθεση. Χωρίς
δεύτερη σκέψη, απευθύνθηκε στο «κοινό»
του:
«Δεν
σας βλέπω! Αλλά εσείς με βλέπετε! Ζητώ συγγνώμη από αυτούς που ίσως τους χαλάω
τη μέρα και αυτό το πολύ όμορφο πρωινό! Δεν σας βλέπω, αλλά σας αισθάνομαι! Και
το ίδιο τολμώ να ζητήσω και από εσάς.. να με αισθανθείτε. Ποτέ δεν πίστευα ότι
θα φτάσω ως εδώ , να ζητάω βοήθεια σαν ζητιάνος, σαν παρίας . Γεγονότα που λίγη
σημασία πια έχουν, με ανάγκασαν. Όλοι είπαν τα ίδια. Δεν μπορείς να δουλέψεις.
Είχαν δίκιο. Κανείς δεν παίρνει έναν τυφλό για δουλειά. Και οι γιατροί ήταν
κάθετοι. Μόνη ελπίδα η επέμβαση στο εξωτερικό. Των χιλιάδων ευρώ. Δεν σας ζητώ
χρήματα συνάνθρωποι.. Ζητάω φως! Το φως μου..»
Ο συρμός ελάττωσε ταχύτητα. «Πολλά
είπα.» Σκέφτηκε. Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει
βιαστικός να συνεχίσει τη μέρα του . Κάποιοι κουστουμαρισμένοι πέρασαν
χωρίς να σηκώσουν τα μάτια τους να τον κοιτάξουν καν. Ένας συνταξιούχος που
καθόταν στη θέση ακριβώς μπροστά του, του έριξε μια κλεφτή ματιά, και του
χάρισε ένα αδιάφορο χασμουρητό. Η προτεταμένη τραγιάσκα του έμενε άδεια από
ψιλά και ελπίδα μέχρι τη στιγμή που μια γυναίκα περίπου εξήντα χρονών στάθηκε
μπροστά του . Άνοιξε μια μικρή σακούλα φαρμακείου που κρατούσε στα χέρια της,
έβγαλε ένα μικρό πορτοφολάκι και άδειασε στο πανί λίγα κέρματα. «Περαστικά..!»
του είπε σαν ντρεπόταν που εκείνη ήταν υγιής . Χάρηκε, έπιασε το κέρμα και
προσπάθησε να καταλάβει την αξία του. Γρήγορα όμως το έκλεισε στη χούφτα του
και σκέφτηκε:» Εσύ δεν πας πουθενά! Είσαι το τυχερό μου!» και με μια κίνηση το έχωσε στην μικρή τσέπη
του παντελονιού του .Βγήκε από το βαγόνι περπατώντας πλέον πιο ελαφριά, όσο βέβαια του το επέτρεπε
η κατάστασή του. Πιο γρήγορα από πριν, πρόλαβε να μπει στο διπλανό βαγόνι. Ένας
ευγενικός νεαρός με φουντωτά μαλλιά και ακουστικά Dj προθυμοποιήθηκε
να τον βοηθήσει να σταθεί. Αυτή τη φορά η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πιο
άμεση. Κατάλαβε ότι πέρα από νυσταλέους φοιτητές, και κουρασμένους και
απογοητευμένους εργαζόμενους που ούτε
δουλειά, ούτε χρήματα είχαν για να μπορέσουν να βοηθήσουν , υπήρχαν και
κάποιοι που αισθάνονταν την ανάγκη κάτι
να προσφέρουν. Και μάλιστα οι πιο ηλικιωμένοι. «Τελευταία ευκαιρία για μια ζωή
γεμάτη αμαρτίες να κερδίσουν μια θέση στον Παράδεισο..» σκέφτηκε.
Σε κάθε βαγόνι που έμπαινε γινόταν και
«καλύτερος». Γρήγορα κατάλαβε ποιόν τόνο φωνής πρέπει να έχει. Πόσο να
προσεγγίζει όταν καταλάβαινε πως υπάρχει πολύς κόσμος στο βαγόνι και πότε όχι.
Πως στην τραγιάσκα του πρέπει να έχει πάντα λίγα ψιλά, έτσι ώστε όταν τα βλέπει κάποιος , να αισθάνεται
άσχημα που κάποιος άλλος πριν από αυτόν βοήθησε έναν ανήμπορο άνθρωπο και να
αφήνει να τσουλήσουν κέρματα και από την δική του τσέπη. Κι έτσι όλα πήραν
σειρά. Όσο κι αν κάποιοι τον κοιτούσαν
καχύποπτα ή με αποστροφή εκείνον
δεν το ένοιαζε. Εκείνος συνέχιζε τον δικό του αγώνα.
Αγώνα απέναντι στην ντροπή που
αισθανόταν , της αποκάλυψης του μυστικού του , και τον χρόνο . Κυρίως τον
χρόνο..
↔
Η δόνηση του κινητού τηλεφώνου έκανε τον Νικήτα να ξυπνήσει απρόθυμα.
Μπορούσε να αντέξει το πρωινό φως που
έμπαινε από τα τζάμια του αυτοκινήτου
αλλά όταν χτυπούσε το «κομπρεσέρ» όπως το αποκαλούσε, πάνω στο πλαστικό
ταμπλό, ήταν αδύνατο να συνεχίσει να
κοιμάται. Κοίταξε την οθόνη του κινητού να σχηματίζει ένα όνομα που μάλλον
παρατσούκλι θα ήταν . «Τ-ΑΣΣΟΣ».
«Τι θες ρε; Δεν φτάνει που μας ξετίναξες
χθες το βράδυ με την κωλοφαρδία σου !»
«Δεν ξετίναξα κανέναν αδερφέ... Ξύπνα.
Την πάτησα. Είμαι νεκρός λέμε.» Ο τόνος της φωνής του δεν έδινε περιθώρια για
αμφισβήτηση.
«Τι έγινε; Χαλάρωσε και εξήγησέ μου» του
αποκρίθηκε.
«Είμαι άφραγκος φίλε. Αυτό. Τα έχασα
όλα.» Ο Νικήτας πετάχτηκε από το κάθισμα του οδηγού σαν να τον χτύπησε
ηλεκτρική εκκένωση.
«Πως είναι δυνατόν; Όταν έφυγα εγώ από
τη λέσχη μπουσουλώντας από το ποτό, άλλο πράγμα δεν μου είπες, παρά πως θα
παίξεις δυο χέρια και θα φύγεις! Πες μου ότι δεν συνέχισες! Είχες πάνω από
χίλια ευρώ ρε! Λέγε!»
«Συνέχισα Τυφλέ..» Του είπε αποκαλώντας
τον με το παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει
στην παρέα του από παλιά, επειδή του άρεσε να ποντάρει ποσά στο Πόκερ
πριν ανοίξουν τα φύλλα, στο σημείο του παιχνιδιού που τα πονταρίσματα
αποκαλούνται Blinds.
«Πλάκα μου κάνεις. Όχι ρε φίλεεε, το
έχουμε πει, πως πάντα πιο αργά στα τραπέζια έρχονται και κάθονται πιο μεγάλα ψάρια
από εμάς! Και τα έχασες όλα;»
«Όλα . Και το κακό δεν είναι αυτό . Το
κακό είναι πως είχα υποσχεθεί στη Δανάη πως αυτή τη φορά θα είμαι τυπικός. Πως
δεν θα καθυστερήσω τη διατροφή.. Αλλά ήθελα ρε φίλε να της δώσω παραπάνω αυτή
τη φορά! Να πάρει και παπούτσια στη μικρή! Και τσάντες και μολύβια και απ’ όλα!» ακούστηκε να λέει αποκαμωμένος.
«Και δεν φτάνανε χίλια ευρώ; Μόνο
διακόσια έπρεπε να δώσεις κανονικά. Τι θα κάνεις τώρα μου λες; Θα πάρεις τη Δανάη
τηλέφωνο και τι θα της πεις; Συγγνώμη, δεν έχω να σου στείλω χρήματα για το
παιδί γιατί είχα High Towers αλλά μου τη έκανε το Turn και το River;»
έκρωξε ο Νικήτας αγανακτισμένος.
«Όχι ρε συ.. να.. μήπως είχες εσύ να μου
δανείσεις λίγα χρήμ..» Δεν πρόλαβε να τελειώσει την έκφραση και μια έντονη
χροιά από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής τον διέκοψε.
«Μήπως ακόμη δεν έχεις ξεμεθύσει από το
προηγούμενο βράδυ; Ή μήπως σε πήρε ο ύπνος σαν κι εμένα στο αμάξι και
στραβοκοιμήθηκες; Εγώ θα πάρω τα λεφτά από το μαγαζί στο τέλος του μήνα!
Ίσα-ίσα με φτάνουν για τα τσιγάρα μου
και για φαγητό! Ευτυχώς που πίνω και τζάμπα στο μαγαζί δηλαδή! Και ξέρεις πως
πλέον έτσι όπως γίναμε δεν μας δανείζει
κανείς! Τι θες να σου κάνω; ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΝΑ ΓΙΝΩ;;»
↔
Η παράξενη μέρα στα τούνελ του μετρό
κύλησε πολύ αργά για τον Νικήτα. Σε κάθε βαγόνι συναντούσε το ίδιο άγχος μην
ανακαλύψουν την απάτη του , αλλά και την ίδια αδιαφορία από τους συνεπιβάτες
του. Αποκορύφωμα, ένας επιτήδειος που προσποιούμενος πως ήθελε να αφήσει ψιλά,
του αφαίρεσε από την παππουδίστικη τραγιάσκα του ένα χαρτονόμισμα των πέντε
ευρώ, με τον Νικήτα να του το επιτρέπει , μη μπορώντας να αποκαλυφθεί.
Που και που, αποτραβιόταν σε κάποιο
απόμερο σημείο και μετρούσε τα λεφτά του. Ήταν η μόνη στάση που έκανε για να
δει που βρίσκεται σε σχέση με τον στόχο που είχε θέσει. Μαζί με τις λίγες
οικονομίες που είχε διαθέσει για να συγκεντρώσει τα διακόσια ευρώ για χάρη της
μικρής Άννας – Μαρίας , ήθελε ακόμη δυο ωρίτσες
μέχρι να κλείσει και το μετρό για να τα μαζέψει. Αν και με πολύ λιγότερο
κόσμο πλέον τέτοια ώρα , ήξερε με ποιο τρόπο πρέπει να μιλήσει σε αυτούς που θα
πήγαιναν για το βραδινό τους ποτό τονίζοντας πως ενώ αυτοί περιμένουν να πέσει
το σκοτάδι για να βγουν , κάποιοι άλλοι ήταν συνεχώς στο σκοτάδι και δεν έβγαιναν ποτέ. Μπήκε στο τελευταίο βαγόνι για
μια ακόμη φορά. Παρατήρησε μέσα από τα μαύρα του γυαλιά πως ήταν άδειο, πέρα από έναν μόνο κουρελιασμένο από την κούραση άντρα, με γυαλιά μυωπίας, που είχε γύρει και
κοιμόταν με το κεφάλι του κολλημένο στο παχύ παράθυρο, ακουμπώντας ανεπαίσθητα
με το χέρι του μία καφέ επαγγελματική τσάντα. Γέλασε λίγο μέσα του και σκέφτηκε πως θα είναι
πιο τυχερός στο επόμενο βαγόνι. Πριν τελειώσει τη σκέψη του, άκουσε ένα δυνατό
τρέξιμο και είδε δύο νέους, θα ήταν πάνω – κάτω 25 χρονών , να μπαίνουν στο
βαγόνι του. Τα γέλια τους κόπηκαν μόλις αντίκρισαν έναν τυφλό ζητιάνο να
στέκεται όρθιος, και έναν αστείο εύσωμο κύριο να έχει κοιμηθεί σχεδόν όρθιος. Ο
πιο κοντός από αυτούς , έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στον δεύτερο και αμέσως
μπόρεσαν να συνεννοηθούν. Με ελαφριά
γατίσια βήματα πλησίασε τον κοιμισμένο πενηντάχρονο , και με μια επιδέξια
κίνηση του αφαίρεσε την τσάντα από κοντά του. Τον Νικήτα τον έλουσε κρύος
ιδρώτας. Ήξερε πως δεν πρέπει να δείξει πως κατάλαβε κάτι γιατί δεν γνώριζε πως θα αντιδρούσαν. Συνέχισε
να προσποιείται πως δεν έβλεπε τίποτα μέχρι που άρχισαν να πλησιάζουν προς το
μέρος του και ευχόταν την ίδια στιγμή να ακουστεί η γλυκιά γυναικεία φωνή
πράγμα που θα σήμαινε πως έφταναν στον επόμενο σταθμό. Άδικος κόπος. Ο
ψηλότερος από τους δύο άνδρες, έβγαλε ένα μαχαίρι τύπου πεταλούδα από το
δερμάτινο πολυκαιρισμένο σακάκι του, και του το ακούμπησε στο λαιμό λέγοντας
ψιθυριστά: «Ευχαριστούμε που δούλεψες για εμάς απόψε. Καταλαβαίνεις τι έχω
ακουμπήσει στο λαιμό σου έτσι?» Ο Νικήτας έγνεψε καταφατικά. «Ωραία. Για να
δούμε πόσο καλός είσαι στη δουλειά σου λοιπόν.» Ο κοντύτερος νεαρός άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του και
σύντομα ανακάλυψε ένα μεγάλο πουγκί με κέρματα και χαρτονομίσματα ραμμένο στη
μέσα πλευρά του σακακιού του Τυφλού. Έντρομος, περίμενε στωικά στη θέση του για
τις διαθέσεις τους όχι όμως για πολύ. Οι δύο άγνωστοι κινήθηκαν προς την πόρτα
του βαγονιού. Η γυναικεία φωνή ακούστηκε και πάλι, όμως την υποδέχθηκε πλέον με γλυκόπικρη διάθεση. Με το που άνοιξαν οι
πόρτες εξαφανίστηκαν. Για μια στιγμή πανικοβλήθηκε. Έχασε όλες του τις
οικονομίες. Για δεύτερο βράδυ κάποιοι άλλοι θα χαίρονταν τα χρήματα που θα
έπρεπε να καταλήξουν στην Άννα – Μαρία. Αλλά όχι αυτή τη φορά. Πέταξε το τρύπιο
πανωφόρι και το μπαστούνι, έφερε τα
γυαλιά στα μαλλιά του και ξεχύθηκε στους διαδρόμους. Γρήγορα τους εντόπισε.
Χωρίς να τρέχουν, αλλά με ταχύ βήμα απομακρύνονταν από τον σταθμό. Έβγαλε το
κινητό του τηλέφωνο. « Ναι, 100 εκεί? Θέλω να αναφέρω μια κλοπή στο συρμό του
Μετρό. Ναι, και τους παρακολουθώ αυτή τη στιγμή μάλιστα. Δύο άγνωστοι, ο ένας ψηλός,
φοράει καφέ τζάκετ… »
Ο Νικήτας πέρασε την πόρτα του
αστυνομικού τμήματος την επόμενη μέρα το πρωί. Έπρεπε να δώσει κατάθεση για τη
σύλληψη δύο ατόμων που είχαν κατακλέψει ένα σωρό ανυποψίαστους σε τρένα και
μετρό.
«Ορίστε κύριε τα χρήματα σας» Είπε ο
αξιωματικός υπηρεσίας. « Κοιτάξτε, τους ψάχναμε καιρό τώρα και είχαμε πολλές
αναφορές, αλλά ποτέ κανείς έως τώρα δεν τους είχε πιάσει επ’ αυτοφώρω. Απορώ ακόμη
πως αντιληφθήκατε την κλοπή. Στο βαγόνι υπήρχε μόνο ένας τυφλός ζητιάνος, και
το θύμα. Πως αντιληφθήκατε την κλοπή αφού δεν βρισκόσασταν ο ίδιος στο βαγόνι..;
Όπως είδαμε από τις κάμερες του σταθμού, όταν βγήκαν από το συρμό, φαίνονταν ως
δυο συνηθισμένοι νεαροί που απλά κρατούσαν μια τσάντα… Αλλά και από την άλλη…
καμιά φορά ίσως να κάποια πράγματα να πρέπει να τα αφήνεις στην ησυχία τους.» Ο
Αξιωματικός κοιτούσε τον Νικήτα ευθεία στα μάτια σαν να γνώριζε ακριβώς τι είχε
συμβεί. Ο Τυφλός απέστρεψε το βλέμμα και κοίταξε με ψεύτικο ενδιαφέρον την εικόνα
Του Χριστού που ήταν κρεμασμένη πάνω από το γραφείο. «Α! Και για να μην ξεχάσω.
Ο κύριος Γκρόμαν, ξέρεις, το θύμα της κλοπής, αποφάσισε να σου δώσει από μόνος
του ένα ποσό από τα εύρετρα, γιατί δεν έχει χρόνο για δικηγόρους. Κουβαλούσε
μαζί του τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του. Τι χαζός! Όπως και να έχει εδώ πρέπει
να βρίσκονται περίπου χίλια ευρώ. Υπόγραψε εδώ, και… καλοφάγωτα!»
Ο
Νικήτας κατέβηκε τα σκαλιά του τμήματος δυο –δυο. Η κοντινότερη τράπεζα μέσω
της οποίας μπορούσε να στείλει χρήματα, απείχε μόλις δύο τετράγωνα..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου